Από τους παραγιούς και τους μάστορες έως τη διασπορά των Οσσαίων τεχνιτών στη Βιέννη, στα Ιεροσόλυμα και στην Αυστραλία. Το χωριό των παπουτσήδων απέκτησε το μουσείο του που φωτίζει την ιστορία ενός οικισμού που οργανώθηκε γύρω από μια τέχνη.
Σε ένα παραδοσιακό διώροφο λιθόκτιστο κτίριο, συγκεντρώνονται εργαλεία, φωτογραφίες, τεφτέρια, οικογενειακές ιστορίες και προφορικές μαρτυρίες για τους ανθρώπους που έκαναν την Οσσα γνωστή ως χωριό των παπουτσήδων. Το υλικό αυτό ωστόσο δεν έμεινε μόνο σε προθήκες, αλλά αποτέλεσε και τον πυρήνα της δίγλωσσης έκδοσης «Οι παπουτσήδες της Οσσας. Παράδοση, τέχνη και μνήμη», που συνοδεύει το εγχείρημα και συγκεντρώνει την ιστορική και οικογενειακή τεκμηρίωση πίσω από το μουσείο.

Ενα χωριό τεχνιτών
Ανάμεσα στις διαδρομές που διασώζει η έκδοση ξεχωρίζει εκείνη του Γεώργιου Μήττα. Γεννημένος στην Οσσα στα τέλη του 19ου αιώνα, μαθήτευσε αρχικά δίπλα στον πατέρα του, Ηλία, μαθαίνοντας την τέχνη της βυρσοδεψίας. Το 1915 μετανάστευσε στο Μπουένος Αϊρες της Αργεντινής.

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για τους παπουτσήδες της Οσσας εντοπίζεται το 1837, όταν εμφανίζονται ως οργανωμένη ομάδα δωρητών σε λειτουργικό βιβλίο αφιερωμένο στον Αγιο Σπυρίδωνα, το οποίο προσφέρθηκε στην εκκλησία του οικισμού. Η συντεχνία ήταν ήδη τότε οργανωμένη, γεγονός που δείχνει ότι η τέχνη υπήρχε τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, πιθανώς και νωρίτερα. Εναν περίπου αιώνα αργότερα, ο εκλογικός κατάλογος του 1915 αποτυπώνει την έκταση του φαινομένου: από τους 424 εκλογείς που καταγράφονται, οι 215 δηλώνονται ως υποδηματοποιοί. Αντίστοιχα, στα μαθητολόγια του Δημοτικού Σχολείου της Οσσας φαίνεται πως, το σχολικό έτος 1918-1919, από τους 126 μαθητές που γράφτηκαν στο σχολείο οι 44 είχαν γονείς υποδηματοποιούς. Την επόμενη χρονιά, από τους 147 μαθητές οι 62 είχαν πατέρα υποδηματοποιό.

Παραγιοί, κάλφες και μάστορες
Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία της Οσσας δεν αφορά μόνο τους παλιούς μάστορες, αλλά και τα παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στα εργαστήρια. Στην Αξιούπολη, ο Σπύρος Παπαχρήστου, γιος του Βασιλείου, άρχισε να δουλεύει δίπλα στον πατέρα του από τα δώδεκά του χρόνια. Οι γονείς του, σύμφωνα με την οικογενειακή μαρτυρία που περιλαμβάνεται στην έκδοση, ήθελαν να συνεχίσει το σχολείο. Εκείνος όμως αφοσιώθηκε στο παπούτσι. Μέσα σε τρία χρόνια, στα δεκαπέντε του, θεωρούνταν ήδη ο πιο ικανός τεχνίτης του εργαστηρίου. «Οταν ένας πελάτης ήθελε κάτι πρωτότυπο και καλής ποιότητας, εγώ ήμουν αυτός που το έφτιαχνε», θυμάται.
«Φεύγεις, μαθαίνεις, αποταμιεύεις και επιστρέφεις συνήθως ανοίγοντας δικό σου εργαστήριο»
Οπως είναι αναμενόμενο και η μαθητεία είχε τη δική της ιεραρχία. Πρώτα παραγιός, ύστερα κάλφας, στη συνέχεια μάστορας. «Η μαθητεία αποτελούσε τον θεμελιώδη θεσμό μέσα από τον οποίο αναπαραγόταν τόσο η τεχνική γνώση όσο και η κοινωνική τάξη πραγμάτων», σημειώνει η κ. Βαλαβανίδου. Τα αγόρια εντάσσονταν νωρίς σε αυτή την παραγωγική αλυσίδα, συχνά εκτός του χωριού, δίπλα σε έμπειρο μάστορα. Η αναχώρηση, όπως λέει, δεν βιωνόταν ως ρήξη αλλά ως μέρος μιας αναμενόμενης επαγγελματικής πορείας: «φεύγεις, μαθαίνεις, αποταμιεύεις και επιστρέφεις συνήθως ανοίγοντας δικό σου εργαστήριο», σχολιάζει η κυρία Βαλαβανίδου.
Ωστόσο αρκετοί δεν επέστρεφαν. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η οικογένεια Παπά. Ο Χριστόδουλος Παπάς, υποδηματοποιός από την Οσσα, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Δράμα, όπου άνοιξε εργαστήριο-μαγαζί υποδημάτων. Τη δουλειά συνέχισαν οι γιοι του, μεγαλώνοντας και εξελίσσοντας την επιχείρηση.

Αντίστοιχα, ο Πασχάλης Ματζιάρης έφυγε σε ηλικία δεκαπέντε ετών για τη Δράμα, όπου είχαν εγκατασταθεί ο θείος του και η αδελφή του με τον σύζυγό της. Ο θείος και ο γαμπρός του ήταν υποδηματοποιοί και τον μύησαν στην τέχνη. Αργότερα, στην κεντρική αγορά της Νιγρίτας, ίδρυσε εργαστήριο-κατάστημα ανδρικών υποδημάτων, όπου απασχολούσε δύο τεχνίτες και εξυπηρετούσε πελατεία από σαράντα δύο χωριά της επαρχίας Βισαλτίας. Αλλη περίπτωση με εργαστήριο στη Δράμα ήταν ο Κωνσταντίνος Γκίρτσιος που αργότερα μετέφερε τη δραστηριότητά του στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή της πλατείας Αθωνος, με περισσότερα από 20 άτομα προσωπικό. Η Θεσσαλονίκη υπήρξε το βασικό πεδίο επαγγελματικής ανόδου για πολλούς Οσσαίους τεχνίτες.

Η μνήμη που έγινε έκθεμα
Σήμερα, η υποδηματοποιία δεν έχει πια στην Οσσα τη θέση που είχε άλλοτε. Το 2023 έκλεισε η τελευταία μεγάλη επιχείρηση-εργοστάσιο κατασκευής υποδημάτων που συνδεόταν με την οσσαϊκή παράδοση, «απόρροια της σύγχρονης εμπορικής πραγματικότητας και των οικονομικών συνθηκών της εποχής», όπως λέει στην «Κ» ο Αγγελος Μήτσας, συντηρητής αρχαιοτήτων και έργων τέχνης του υπουργείου Πολιτισμού, γενικός γραμματέας του Συλλόγου Οσσαίων «Η Αγία Κυράννα» και συνεπιμελητής της έκδοσης. Για τον Αγγελο Μήτσα όμως, αυτό που σώζεται σήμερα δεν είναι μόνο η ανάμνηση ενός επαγγέλματος. «Υπάρχουν Οσσαίοι τεχνίτες και επαγγελματίες που μεταφέρουν ακόμη τη μνήμη της υποδηματοποιίας και της γνώσης των τεχνικών της. Επίσης, σήμερα στη Θεσσαλονίκη διατηρεί βιοτεχνία κατασκευής υποδημάτων ο νεαρός Αχιλλέας Κ. Μήτσας, αποτελώντας την 5η γενιά Οσσαίων υποδηματοποιών, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση και τέχνη», σημειώνει.

Παράλληλα, πολλές οικογένειες κρατούν ακόμη αντικείμενα, ιστορίες και φωτογραφίες από την ενασχόληση των προγόνων τους ή των ίδιων με το παπούτσι. Ο Σύλλογος Οσσαίων «Η Αγία Κυράννα» κατέγραψε προφορικές μαρτυρίες και βιντεοσκοπήσεις στο χωριό, αλλά και στους τόπους όπου έζησαν και εργάστηκαν Οσσαίοι υποδηματοποιοί. Αποσπάσματα αυτών των συνεντεύξεων προβάλλονται σήμερα στο «Κονάκι του παπουτσή». Ετσι, το εκθετήριο δεν παρουσιάζει μόνο εργαλεία, τεφτέρια και παλιές φωτογραφίες. Συγκεντρώνει μια μνήμη που μέχρι πρόσφατα βρισκόταν κυρίως μέσα στις οικογένειες. Και όσο η ίδια η τέχνη υποχωρεί, αυτή η καταγραφή αποκτά μεγαλύτερη σημασία.




.jpg)