Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Ο καπνός στο Νομό Σερρών

 Μια παραδοσιακή καλλιέργεια με μεγάλη ιστορία

Ο καπνός ήρθε για πρώτη φορά στην Κωνσταντινούπολη το 1603-1604 από ευρωπαίους ναυτικούς και σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε το κάπνισμα δημοφιλές κυρίως γιατί πίστευαν ότι κάνει καλό στην υγεία (ρευματισμούς, βήχα κ.τ.λ.) και φυσικά ήταν μια ευχάριστη καινούργια συνήθεια.
Ύστερα από έρευνα που έγινε στα Αρχεία της Κων/πολης και της Θες/νίκης προκύπτει ότι το πρώτο κείμενο που αναφέρεται στον καπνό είναι το 1612 και σύμφωνα με αυτό ο καπνός καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά στη Μάνισα που βρίσκεται κοντά στη Σμύρνη. Στα Βαλκάνια καλλιεργήθηκε πρωτίστως στα Γιαννιτσά (Πέλλα) και στο Κιρτσάλι της Βουλγαρίας, πόλεις που βρίσκονται και οι δύο στις όχθες του ποταμού Αξιού.
Πιστεύεται ότι μεταξύ 1610 και 1620 τα κύρια Σαντζάκια (επαρχίες Οθωμανικής αυτοκρατορίας) της Μακεδονίας που καλλιεργούσαν καπνό ήταν οι Σέρρες, το Σιδηρόκαστρο, το Νευροκόπι και το Πέτριτσι, αλλά δεν είναι γνωστή η έκταση της καλλιέργειας γιατί δεν υπάρχουν κείμενα που να αναφέρονται σε αυτή. Αρχικά ο καπνός καλλιεργούνταν σε κήπους και σε μπαχτσέδες και όχι σε χωράφια και για ιδία χρήση, ενώ όταν η καλλιέργεια επεκτάθηκε προοριζόταν κυρίως για εξαγωγή στην Κων/πολη, την Αίγυπτο, την Ιταλία, την Γερμανία, την Αυστρία και τη Γαλλία.
1. Φορολογία Καπνού
Ο καπνός ως μία δυναμική και κερδοφόρα παραγωγή δεν θα μπορούσε να απαλλαγεί από τη φορολογία, όπως άλλωστε και τα περισσοτέρα αγροτικά προϊόντα. Ο πρώτος φόρος που υποβλήθηκε στον καπνό και ονομαζόταν «γκιουμρούκ ρεσμί» (τελωνειακός φόρος) ήταν το 1657. Ο φόρος αυτός ήταν ανάλογα με την ποιότητα του καπνού 8-10 άσπρα/οκά και εισπράττονταν κατά την αγοραπωλησία του καπνού (άσπρο = νόμισμα, υποδιαίρεση του γροσιού, 1 γρόσι = 120 άσπρα). Αργότερα όμως το 1690, όταν η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε μεγάλα οικονομικά προβλήματα λόγω πολέμων αύξησε το φόρο αυτό σε 20, 40 ή 60 άσπρα/οκά, ανάλογα με την ποιότητα, ενώ επέβαλε και επιπλέον φόρους τα λεγόμενα «μισιακά» από τα οποία το μισό του προϊόντος πήγαινε στο κράτος με τη μορφή χρημάτων. Για το λόγο αυτό τέθηκε το ερώτημα πόσο καπνός παραγόταν και σε ποια μέρη, έτσι ώστε να γνωρίζουν οι αρμόδιοι πόσο φόρο πρέπει να συλλέξουν από κάθε χωριό. Έτσι το 1688 συστήθηκε ανεξάρτητη Εφορία Καπνού με έδρα την Κων/πολη (πριν ο καπνός συμπεριλαμβανόταν στην Εφορία των αλκοολούχων ποτών). Τότε δημιουργήθηκαν και οι κατά τόπους διευθύνσεις της Εφορίας Καπνού στη Θες/νίκη, το Δούναβη, τη Σμύρνη και τις Αραβικές χώρες. Η Εφορία Καπνού της Θες/νίκης είχε υπό την επίβλεψή της τις περιοχές Σέρρες, Σιδ/στρο, Νευροκόπι, Βέροια, Κιλκίς, Βόλος, Κομοτηνή, Δράμα, Καβάλα και Ξάνθη.
Στην Εφορία Καπνού της Κων/πολης υπήρχε ένας Γενικός Διευθυντής για 3 χρόνια ο οποίος έλεγχε όλες τις άλλες διευθύνσεις και ήταν υπεύθυνος να μαζέψει τα χρήματα που προέρχονταν από το φόρο του καπνού. Ο Διευθυντής αυτός τοποθετούνταν ύστερα από πλειστηριασμό που γινόταν, προκατέβαλλε ο ίδιος τους φόρους στο κράτος και κρατούσε τη διαφορά που προέκυπτε από τους φόρους που εισέπραττε στη συνέχεια.
Προκειμένου να γνωρίζει το κράτος πόσο φόρο πρέπει να συλλέξει από τον καπνό έστελνε έναν υπάλληλο από την Κων/πολη που μαζί με τον Καδή της εκάστοτε περιοχής και έναν γραμματέα έκαναν απογραφή για τον καλλιεργούμενο καπνό στην περιοχή. Από την έρευνα που έγινε έχουν βρεθεί δύο τέτοιου είδους απογραφές, η πρώτη το 1690 και η δεύτερη το 1697, οι οποίες διατηρήθηκαν στα Οθωμανικά αρχεία της Κων/πολης από όπου πηγάζουν και οι πληροφορίες του άρθρου. Στις απογραφές αυτές κατέγραφαν τους αρχηγούς των οικογενειών (άντρες και χήρες), πόσο καπνό είχαν, το επάγγελμά τους, τους τίτλους τους, τη θρησκεία τους και την ποικιλία του καπνού για κάθε χωριό. Στο τέλος υπολόγιζαν τη συνολική παραγωγή και το φόρο που αναλογούσε και έστελναν τα χαρτιά στη Κων/πολη.
2. Αγοραπωλησία Καπνού
Οι αγρότες που παρήγαγαν καπνό ήταν υποχρεωμένοι να πουλήσουν το προϊόν τους μόνο σε εξουσιοδοτημένους από την Εφορία Καπνού εμπόρους και μόνο σε συγκεκριμένο μέρος, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει η συλλογή του φόρου «γκιουμρούκ ρεσμί». Για την ποικιλία «καμπά» ο φόρος ήταν 20 άσπρα/οκά, όταν η εμπορική τιμή του καπνού αυτού ήταν 60 άσπρα/οκά (δηλαδή το 1/3 της τιμής του καπνού ήταν φόρος για το κράτος), ενώ η καλύτερη ποιότητα καπνού όπως αυτή των Γιαννιτσών που φορολογούνταν με 60 άσπρα/οκά είχε εμπορική τιμή 300 άσπρα/οκά.
Από την πλευρά του ο έμπορας έπρεπε να πάει τον καπνό που αγόρασε σε ειδική αποθήκη όπου το προϊόν ζυγιζόταν και καταγραφόταν σε ένα ειδικό βιβλίο το όνομα του έμπορα, πόσο καπνό είχε, την ποικιλία του καπνού και πόσο φόρο πλήρωνε. Στη συνέχεια ο έμπορας έπαιρνε ένα πιστοποιητικό ότι πλήρωσε τους φόρους που του αναλογούσαν, ώστε να μπορεί να διαθέσει περαιτέρω το προϊόν.
Η υψηλή αυτή φορολόγηση είχε επακόλουθο τη λαθραία διακίνηση και αγοραπωλησία του καπνού. Οι συναλλαγές αυτές λάμβαναν χώρο συνήθως κοντά σε παραθαλάσσιες περιοχές όπου διοχέτευαν το προϊόν κατ' ευθείαν σε ξένους. Σ' αυτές τις περιπτώσεις η φοροδιαφυγή ήταν πολύ μεγάλη και τα πρόστιμα τεράστια. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη δραματική μείωση της καλλιέργειας του καπνού εξ' αιτίας του υπερβολικού φόρου οδήγησε την κυβέρνηση το 1697 σε αλλαγή του συστήματος των «μισιακών». Με το νέο σύστημα οι παραγωγοί ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν 2,5 γρόσια/στρέμμα (γρόσι = ασημένιο νόμισμα), χωρίς να ζυγίζονται τα καπνά και να ελέγχεται η ποιότητάς τους. Την εποχή εκείνη η καλλιέργεια του καπνού στην περιοχή ήταν μεταξύ 2.000 και 2.500 στρέμματα. και η παραγωγή καπνού ήταν περίπου 67.000 οκάδες και δεν ξεπέρασε τις 75.000 οκάδες μέχρι το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, εξ' αιτίας της αντικατάστασης της καλλιέργειας από το βαμβάκι, το οποίο ήταν πιο δυναμική και κερδοφόρα καλλιέργεια και οι λεγόμενοι «Αγιάνς» (τοπικοί άρχοντες, προύχοντες) πίεζαν τους αγρότες και τους ωθούσαν στην καλλιέργεια του βαμβακιού.
3. Η καλλιέργεια του καπνού στις Σέρρες
Η καλλιέργεια του καπνού στις Σέρρες εκτεινόταν στο βόρειο τμήμα του νομού, γύρω από τη λίμνη Κερκίνη και πάνω από το σημερινό δρόμο για τη Θεσσαλονίκη. Η ποικιλία που καλλιεργούνταν ήταν η ονομαζόμενη «καμπά» και τοποθετούνταν από άποψη ποιότητας στην 3η κατηγορία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στις περιφέρειες Σερρών και Σιδηροκάστρου τα χωριά που καλλιεργούσαν καπνό το 1690 ήταν 16 και 18 αντίστοιχα και το 1697 ήταν 18 και 24 αντίστοιχα. Από αυτά τα χωριά που παρήγαγαν την μεγαλύτερη ποσότητα καπνού ήταν για τη Σέρρες το Τσαϊρλί (Καλαμιές), το Λοζιστέ (Μεσόλοφος), το Ερνάκιοϊ (Ποντισμένο) και το Ορμανλί (Δασοχώρι), ενώ για την περιοχή του Σιδ/στρου περισσότερο καπνό είχαν τα χωριά Σπάτοβα (Κοίμηση), η οποία μάλιστα παρήγαγε τη μισή ποσότητα καπνού της περιοχής, η Βετρίνα (Ν.Πετρίτσι) και το Χατζί Μπεϊλί (Βυρώνεια).
Από την απογραφή του 1690 διαπιστώνεται ότι οι περιοχές Σερρών και Σιδ/στρου παρήγαγαν τότε 200.000 οκάδες ξηρού προϊόντος καπνού, ποσό που αποτελούσε το 25% της συνολικής παραγωγής των Βαλκανίων. Η καλλιέργεια του καπνού κάλυπτε περίπου μία έκταση 6.000 στρεμμάτων, ενώ κατά μέσο όρο παράγονταν 25 οκάδες/στρέμμα (οκά = 1,288 κιλά), όταν στα Γιαννιτσά ο αντίστοιχος μέσος όρος ήταν 40 οκάδες/στρέμμα. Τα νούμερα αυτά είναι πολύ μεγάλα για την εποχή και αποδεικνύουν τη μεγάλη έκταση που είχε πάρει η καπνοκαλλιέργεια στις Σέρρες και το Σιδ/στρο.
Πληροφορίες που αποκομίστηκαν από ένα λογιστικό βιβλίο της Εφορίας Καπνού που βρέθηκε στα αρχεία της Κωνσταντινούπολης αναφέρουν ότι το 1692 η παραγωγή καπνού στην περιοχή ήταν 11.000 οκάδες ξηρού προϊόντος, το 1693 και 1695 κυμαινόταν στα ίδια περίπου επίπεδα, ενώ το 1697 ήταν 23.000 οκάδες. Έγινε δηλαδή μία δραματική μείωση στην παραγωγή σε σχέση με το 1690, με κυριότερο λόγο την υπερβολική φορολόγηση στην παραγωγή και εμπορία του καπνού. Ειδικά για την φορολογία στην παραγωγή εφαρμοζόταν το σύστημα των «μισιακών», δηλαδή η μισή παραγωγή του καπνού δινόταν με τη μορφή χρημάτων στο κράτος. Γι' αυτό το λόγο πιθανόν οι αγρότες να στράφηκαν σε άλλες καλλιέργειες.
Χατζί Βελί Αϊντίν
Δρ. Οθωμανικής Ιστορίας
Καθηγητής Τουρκικής Γλώσσας

Δεν υπάρχουν σχόλια: